Joomla project supported by everest poker review.

Publicationc / Articles / Shorter texts / Prefaces / Love songs of the Kountouriotes

 

 

 

Love songs of the Kountouriotes

 

Αλκης Ράφτης: Πρόλογος του βιβλίου του Βαγγέλη Λιάπη: Λούλετ ε βασιλικόι. Το κουντουριώτικο ερωτικό τραγούδι. Αθήνα, Ελληνικό Τμήμα ΔΟΛΤ, 1998.

 

Raftis, Alkis: Introduction to the book by Vangelis Liapis "Love songs of the Kountouriotes" (in Greek). Athens, Greek Section IOFA, 1998.

 

 

 

   Εχουμε συνηθίσει στην Εθνογραφία να γυρεύουμε τα ντοκουμέντα, τα “μνημεία του λόγου” ή τα απομεινάρια του υλικού βίου. Αγωνιούμε να περισώσουμε όσο περισσότερα μπορούμε από τα στοιχεία ενός πολιτισμού που χάθηκε πρόσφατα και που μόλις προλαβαίνουμε να γνωρίσουμε από τις αναμνήσεις των παππούδων. Είμαστε σίγουροι ότι οι γενιές του μέλλοντος θα ψάξουν να τα βρουν γιατί θα έχουν ανάγκη να τα γνωρίσουν. Αισθανόμαστε ότι σε μας πέφτει το βάρος της διάσωσης.

 

   Ετσι μαζεύουμε, καταγράφουμε και μελετούμε αυτά τα στοιχεία κάτω από πίεση χρόνου, αφού σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει πια κανένας αυτόπτης μάρτυρας αυτού του πολιτισμού. Δεν θα μπορεί κανείς να μας δώσει νέες πληροφορίες. Τότε θα μεταπέσουμε όλοι στη μοίρα των “μηρυκαστών λαογράφων”, αυτών που σταχυολογούν από βιβλία άλλων για γράψουν ένα δικό τους βιβλίο χωρίς να κάνουν επιτόπια έρευνα για να συλλέξουν δικά τους φρέσκα στοιχεία.

 

   Ο υπογράφων έχει συμβάλει ουκ ολίγον στη μηρυκαστική βιβλιογραφία, λεηλατώντας, αναλύοντας ή κριτικάροντας βιβλία άλλων. Εξομολογείται την αμαρτία του και επικαλείται ασήμαντα ελαφρυντικά, όπως η ανάληψη διοικητικών ευθυνών στο χώρο της παράδοσης ή η καθοδήγηση άλλων ερευνητών. Δεν θα πάψει να θαυμάζει και να βάζει ψηλότερα από τους Νικόλαους Πολίτες, εκείνους τους Βαγγέληδες Λιάπηδες που γράφουν βιβλία από διηγήσεις που άκουσαν οι ίδιοι “στην πρώτη γραμμή”.

 

   Θα ήταν ενδιαφέρον να γίνει μια στατιστική, αλλά μπορούμε να πούμε πρόχειρα ότι, από τα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 20 χρόνια για τον παραδοσιακό πολιτισμό, λιγώτερα από το ένα τέταρτο είναι καρποί επιτόπιας έρευνας. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται τα βιβλία του Λιάπη, κι αυτό τους δίνει την πρώτη τους τιμητική διάκριση.

 

   Η δεύτερη τιμητική διάκριση, η υψηλότερη, είναι ότι ο Λιάπης πετυχαίνει να δώσει όχι μόνο τα στοιχεία (τα έθιμα του γάμου, τα μοιρολόγια, τους χορούς και τώρα τα ερωτικά τραγούδια), αλλά και το νόημα που κρύβουν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σταθούμε για να δείξουμε το μέγεθος της προσφοράς του.

 

   Συλλογές από “τραγούδια του ελληνικού λαού” υπάρχουν αμέτρητες. Σε πόσες όμως από αυτές αναφέρεται το πώς έφτασε να φτιαχτεί το κάθε τραγούδι ή το κάθε στιχάκι, ποιαν ανάγκη κάλυψε, πώς το είδαν οι σύγχρονοί του; Βιβλία με περιγραφές των βημάτων των χορών υπάρχουν πάμπολλα. Πόσα όμως τοποθετούσαν τον κάθε χορό μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο όταν δημοσίευσε ο Λιάπης τον “Χορό στους Κουντουριώτες”; Κανένα.

 

   Κάποιος θα παρατηρήσει ότι έχουμε κι άλλα βιβλία όπου τα τραγούδια σχολιάζονται από τον ανθολόγο ή τον συλλογέα. Ναι, αλλά τι αξία μπορεί να έχει ένας σχολιασμός λογοτεχνικού τύπου σε μια ποιητική δημιουργία που δεν είναι “λογοτεχνική”, με την έννοια που είχε η τέχνη του λόγου στην παραδοσιακή κοινωνία; Ποιον μπορούν να ενδιαφέρουν οι ακροβατικοί συλλογισμοί κάποιου φιλολογίζοντος που πασχίζει μέσα από τις ξερές λέξεις να βρει το νόημα ενός στίχου που σκαρώθηκε σε μια στιγμή που ο ίδιος δεν έζησε ούτε μπορεί να φανταστεί, σε ένα χωριό όπου ο ίδιος δεν γνώρισε;

 

   Ο Βαγγέλης Λιάπης δεν πέφτει τόσο χαμηλά. Τα λόγια που συνοδεύουν τα στιχάκια δεν είναι δικά του, είναι λόγια, σχόλια, σκέψεις, διηγήσεις αυτών που έφτιαξαν τα στιχάκια ή που τα άκουσαν τότε. Είναι λόγια που ανήκουν στα στιχάκια και αποτελούν τμήμα τους.

 

   Οι λαογράφοι του παλιού καιρού θα μπορούσαν να έχουν κάνει κάτι τέτοιο. Να ζητούν από τις γριές να τους πουν όχι μόνο τα λόγια του τραγουδιού αλλά και τα σχόλιά τους γι αυτό. Πότε τραγουδιόταν, πώς χορευόταν, από ποιον, ποιος το έφτιαξε, για ποιον, τι ήθελε να πει, γιατί το είπε έτσι, τι είπαν οι άλλοι όταν το άκουσαν, και τόσα άλλα “ζουμερά”. Τότε όμως δεν φανταζόταν κανείς ότι αυτά έχουν κάποια αξία. Θεωρούσαν επαρκή την καταγραφή του κειμένου των τραγουδιών - και κατ’ επέκτασιν την ανάλυσή τους - όπως θα έκαναν για έργα σύγχρονων στιχουργών.

 

   Σήμερα όμως ξέρουμε ότι η πραγματική αξία κάθε στοιχείου που ανήκει σε έναν άλλο πολιτισμό αναδεικνύεται όταν το δει κανείς με τα μάτια των ανθρώπων εκείνου του πολιτισμού (στον περιορισμένο βαθμό που αυτό είναι εφικτό). Για στίχους λοιπόν φτιαγμένους τότε, θα πρέπει να βρούμε τι έλεγαν οι άνθρωποι τότε, όχι τι λέει ένας άνθρωπος του σήμερα που αναπόφευκτα έχει διαφορετικά κριτήρια. Ο αναλυτής της ποίησης του Καβάφη ή του Ελύτη είναι αναρμόδιος να προσεγγίσει τα δημοτικά τραγούδια.

 

   Τότε η στιχουργική ήταν αποκλειστικά προφορική, τώρα είναι αποκλειστικά γραπτή. Και μόνον αυτό αρκεί για να δείξει το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τα δύο είδη. Το τραγούδι διαμορφωνόταν αμέτρητες φορές περνώντας από στόμα σε στόμα, ενώ τώρα επαναλαμβάνεται αναλλοίωτο καθώς εκτελείται από λίγους επαγγελματίες. Γραπτή ποίηση δεν υπήρχε, παρά μόνο ελάχιστα από κάποιους λόγιους για περιορισμένο κοινό.

 

   Τα στιχάκια (ή μαντινάδες ή κοτσάκια, ανάλογα με την περιοχή) φτιάχνονταν βιαστικά για να ειπωθούν σε μια ορισμένη στιγμή, και μετά ήταν ντροπή να τα ξανατραγουδήσει κανείς. Το μέγεθος αυτής της παραγωγής ήταν αδιανόητο σ’ εμάς. Βλέπουμε στην Ελευσίνα ότι κάθε κοπέλα που έσερνε το χορό έλεγε μερικά δικά της στιχάκια. Ακούγονταν έτσι κάπου εκατό στιχάκια κάθε Κυριακή απόγευμα, δηλαδή μερικές χιλιάδες σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, χωρίς να υπολογίσουμε τις άλλες αφορμές για στιχοποιία. Αυτό συνέβαινε σε όλα τα αρβανιτοχώρια.

 

   Ας πάμε στη Κάρπαθο, όπου διατηρούνται πολλές συνήθεις που χάθηκαν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σε κάθε οικογενειακή γιορτή ο κάθε καλεσμένος λέει τις ευχές του με μαντινάδες καθώς περνά από μπροστά του η κόρη με το κέρασμα. Κάθε φορά που χορεύουν ξεκινούν με τον Κάτω χορό, όπου οι χορευτές επαινούν τις χορεύτρες τους με μαντινάδες. Ενα καθιστό γλέντι αποτελείται από μαντινάδες που συνθέτουν και τραγουδούν με τη συνοδεία της λύρας και της τσαμπούνας αυτοί που κάθονται γύρω στο τραπέζι, και διαρκεί μέχρι το πρωί. Ενα γράμμα μάνας στον ξενητεμένο γιο, αδελφό ή άντρα της αποτελείται από πολλές δεκάδες μαντινάδες που του διηγούνται τα νέα της.

 

   Υποκύπτοντας στη σημερινή τάση για ποσοτικοποίηση, θα λέγαμε ότι ένα τέτοιο χωριό παράγει πάνω από 10.000 μαντινάδες το χρόνο! Στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη ξέρουμε ότι γινόταν το ίδιο, στη Κυνίδαρο της Νάξου γίνεται ακόμα. Εχουμε στοιχεία ότι ανάλογες συνήθειες επικρατούσαν στα άλλα νησιά και σε πολλά μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Επομένως, μπορούμε να εκτιμήσουμε τη συνολική παραγωγή εκείνη την εποχή σε μερικά εκατομμύρια στιχάκια το χρόνο!

 

   Κάτι ανάλογο συνέβαινε με τα τραγούδια. Μια γυναίκα στο χωριό μπορεί να ήξερε πάνω από 100 τραγούδια. Ολα αυτά τα αναφέρουμε για να εκτιμήσει ο σημερινός αναγνώστης το τεράστιο μέγεθος της ποιητικής παραγωγής στην παραδοσιακή κοινωνία σε σύγκριση με τη σημερινή.

 

   Προχωράμε τώρα σε ένα άλλο βασικό στοιχείο διαφοροποίησης. Από τα αμέτρητα στιχάκια που άκουγαν, ορισμένα μόνο συγκρατούσαν και τα επαναλάμβαναν στις διηγήσεις τους. Ποια ήταν αυτά; Ηταν αυτά που θεωρούσαν “πετυχημένα”, τα εύστοχα, εκείνα που ταίριαζαν με την περίσταση. Για έναν ποιητή ή τραγουδοποιό του σήμερα κανένας δεν διανοείται να πει ότι οι στίχοι του είναι “πετυχημένοι”. Αυτό δείχνει ότι οι στίχοι εκείνοι αξιολογούνταν όχι απόλυτα σαν αυτόνομο κείμενο, αλλά με βάση τη σχέση τους με την περίσταση.

 

   Ετσι λοιπόν, όχι μόνο έχουμε μπροστά μας ένα απειροελάχιστο κλάσμα από τα τραγούδια και τα στιχάκια που λέγονταν, αλλά είμαστε και σε αδυναμία να πιάσουμε το πραγματικό νόημά τους. Γιατί δεν μπορούμε να τα δούμε παρά μόνο “ποιητικά”, σαν κείμενο, και όχι “περιστασιακά”, σαν δημιουργήματα μιας μόνο στιγμής σε μια μόνο μικρή κοινωνία. Ξέρουμε “τα λόγια”, αλλά όχι τον “λόγο”.

 

   Ετσι, δεκάδες χιλιάδες τραγούδια, εκατοντάδες χιλιάδες παραλλαγές τους, βρίσκονται στα βιβλία σαν σκελετοί στις προθήκες παλαιοντολογικού μουσείου. Δεν μπορούν να τραγουδηθούν χωρίς τη μελωδία τους, διαβάζονται άνοστα χωρίς την προφορά τους, δεν ξέρουμε πώς χορεύονταν, οι φράσεις τους έχουν άλλο νόημα για μας.

 

   Και πέφτουν επάνω τους σαν αρπακτικά όρνεα οι σημερινοί τραγουδοποιοί για να τα βγάλουν όπως-όπως σε δίσκο, δηλώνοντάς τα σαν δικές τους συνθέσεις ώστε να εισπράτουν πνευματικά δικαιώματα. Και τα πιάνουν με το τσιμπιδάκι οι διάφοροι σχολιαστές για να γεμίσουν τις σελίδες με ανούσια συμπεράσματα για το από πού προέρχεται η κάθε λέξη και τι θέλει να μας πει η κάθε έκφραση.

 

   Τίποτα δεν ήθελαν να μας πουν αυτοί που τα τραγούδησαν, γιατί απλούστατα δεν μας ήξεραν. Τα τραγούδησαν τότε για τους χωριανούς τους, που ήταν άνθρωποι πολύ διαφορετικοί από εμάς και που είχαν δικό τους κώδικα για να τα καταλαβαίνουν. Εναν κώδικα που ο σημερινός σχολιαστής της πολυθρόνας δεν μπορεί να έχει.

 

   Αυτόν τον κώδικα προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει ο Λιάπης ρωτώντας συστηματικά τα γερόντια στα ΚΑΠΗ της Ελευσίνας και της Μάντρας. Αυτά τα συμφραζόμενα του στίχου προσπαθεί να μας δώσει, σαν ντόπιος που πρόλαβε τις τελευταίες αναλαμπές του τοπικού πολιτισμού. Αυτό το πλούσιο σκηνικό ανασυνθέτει μεθοδικά με τα αλεπάλληλα βιβλία του, προκειμένου να ξεφύγει από την ξερή απαγγελία των τραγουδιών και τη στεγνή περιγραφή των περιστατικών.

 

   Φιλοδοξεί να μας ξεναγήσει βήμα προς βήμα στα κουντουριώτικα χωριά του παρελθόντος. Αφού έδωσε σάρκα στους σκελετούς, τους έβαλε να παντρευτούν, να χορέψουν και να μοιρολογήσουν. Τώρα τους βάζει να τραγουδήσουν τους καημούς τους. Σε λίγο θα τους ντύσει με τις μεγαλόπρεπες φορεσιές τους. Ποιος ξέρει τι άλλο θα καταφέρει με τα μελλοντικά βιβλία του. Οταν θα έχει ολοκληρώσει το έργο του, η Ελευσίνα θα μπορεί να υπερηφανεύεται ότι κανένα άλλο χωριό (πρώην χωριό μάλλον) στην Ελλάδα δεν έχει τόσο πλούσια, ζωντανή και αναλυτική βιβλιογραφία για το περελθόν του.

 

   Δεν θα ήθελα να κλείσω αυτήν την εισαγωγή χωρίς να βρω κάποιο ψεγάδι στο βιβλίο αυτό. Αφού προσπάθησα να αποδείξω με επιχειρήματα τη σημαντική αξία του, νομίζω πως θα άφηνα αμφιβολίες για την αντικειμενικότητά μου αν περιοριζόμουν σε υμνολογίες. Αυτό που μπορώ να προσάψω στο Βαγγέλη Λιάπη είναι ότι δεν επιχειρεί να δώσει συγκριτικά στοιχεία. Το έργο του θα ήταν πληρέστερο αν συμπλήρωνε όσα μας δίνει για τον κουντουριώτικο χώρο παραθέτοντας αντίστοιχες πληροφορίες από άλλα αρβανίτικα χωριά, είτε από άλλους συγγραφείς είτε από δικές του έρευνες. Ετσι θα φαινόταν ποια είναι τα αποκλειστικά χαρακτηριστικά των Κουντουριωτών, ποια είναι κοινά με τους άλλους Αρβανίτες της Ελλάδας και ποια είναι πανελλήνια.

 

   Δοκίμασα να τοποθετήσω αυτό το βιβλίο μέσα στο φάσμα της εθνογραφικής βιβλιογραφίας και ειδικότερα της βιβλιογραφίας με παραδοσιακά τραγούδια. Παρέλειψα, για να μην καταχραστώ του χώρου και κουράσω, να του δώσω τη θέση που του ανήκει μέσα στη διεθνή βιβλιογραφία με fragments d’un discours amoureux (ψήγματα ερωτικού λόγου).

 

   Μένει τώρα στον αναγνώστη, γυρνώντας αυτή τη σελίδα, να γνωρίσει πώς εξωτερίκευαν οι αλβανόφωνοι μιας μικρής γωνιάς της Ελλάδας την πανανθρώπινη λαχτάρα του γλυκού μαρτύριου του έρωτα.

                                                                     

 

 

Αλκης Ράφτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Saturday the 21st. Alkis Raftis Personal website.